βλιμάζω

βλιμάζω και -ττω (Α)
1. δοκιμάζω με το δάχτυλο την όρνιθα αν έχει αβγό
2. τρίβω, μαλάσσω το γυναικείο στήθος
3. ποθώ πολύ κάτι
4. βλίττω*.
[ΕΤΥΜΟΛ. Λέξη που οφείλεται πιθ. σε εκφραστικό σχηματισμό. Άγνωστης ετυμολ.].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • βλιμάζω — feel pres subj act 1st sg βλιμάζω feel pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλιμάζῃ — βλιμάζω feel pres subj mp 2nd sg βλιμάζω feel pres ind mp 2nd sg βλιμάζω feel pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλιμάζει — βλιμάζω feel pres ind mp 2nd sg βλιμάζω feel pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλιμάζομεν — βλιμάζω feel pres ind act 1st pl βλιμάζω feel imperf ind act 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλιμάζοντα — βλιμάζω feel pres part act neut nom/voc/acc pl βλιμάζω feel pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλιμάζουσι — βλιμάζω feel pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) βλιμάζω feel pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλιμάξαι — βλιμάζω feel aor inf act βλιμάξαῑ , βλιμάζω feel aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐβλίμαζον — βλιμάζω feel imperf ind act 3rd pl βλιμάζω feel imperf ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλιμάζειν — βλιμάζω feel pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλιμάζοντες — βλιμάζω feel pres part act masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.